επικαχλάζω

ἐπικαχλάζω (Α)
1. (για το κύμα) χτυπώ με θόρυβο πάνω σε κάτι («κῡμα πέτραις ἐπικαχλάζεσκεν», Απολλ. Ρόδ.)
2. παθ. ἐπικαχλάζομαι
(κατά τον Ησύχ.) «ἐπικαχλάζεται
διακινεῑται».
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καχλάζω «κάνω θόρυβο, κοχλάζω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικαχλάζον — ἐπικαχλάζω plash against pres part act masc voc sg ἐπικαχλάζω plash against pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάζεσκεν — ἐπικαχλάζω plash against imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάζεται — ἐπικαχλάζω plash against pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάζοντος — ἐπικαχλάζω plash against pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάζων — ἐπικαχλάζω plash against pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάσας — ἐπικαχλά̱σᾱς , ἐπικαχλάζω plash against fut part act fem acc pl (doric) ἐπικαχλά̱σᾱς , ἐπικαχλάζω plash against fut part act fem gen sg (doric) ἐπικαχλάσᾱς , ἐπικαχλάζω plash against aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.